βερβέριον

βερβέριον, τό,
A shabby garment, Anacr.21.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βερβέριον — βερβέριον, το (Α) τριμμένο, παλιό ένδυμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. της καθημερινής γλώσσας με αναδιπλασιασμό, πιθ. < βερρόν ή βειρόν «δασύ» (Ησύχ.). Η σύνδεση με λατ. burra «μάλλινο ένδυμα, μαλλί», reburrus «με ορθωμένες τις τρίχες, πεισματάρης» είναι… …   Dictionary of Greek

  • βερβέριον — shabby garment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • bher-3 —     bher 3     English meaning: to scrape, cut, etc.     Deutsche Übersetzung: “with einem scharfen Werkzeug bearbeiten, ritzen, schneiden, reiben, spalten”     Material: O.Ind. (gramm.) bhr̥nüti (?) “injures, hurts, disables” = Pers. burrad… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.